Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

* Ο φόβος φεύγει, η ανάγκη για μια νέα πολιτική συνειδητοποιείται

Το ρεφρέν που ακούσαμε και διαβάσαμε αμέτρητες φορές την εβδομάδα που πέρασε, ήταν η διαβεβαίωση ότι «οι αγορές» εξοργίστηκαν τόσο από την ανευθυνότητα του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και από τη σπουδή της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου να απαλλαγεί από την τρόικα.

Καθίστε στ’ αβγά σας…

Αυτή η ανάγνωση των πρόσφατων εξελίξεων είναι φτιαγμένη στα μέτρα της δειλής και παραδομένης στις προσταγές της νεοφιλελεύθερης λιτότητας κυβερνώσας πολιτικής τάξης.
Ας εξηγήσουμε γιατί λέμε τόσο βαριές κουβέντες. Η ανάγνωση αυτή της πραγματικότητας, σε όσες παραλλαγές κι αν μας δόθηκε, πάντα καταλήγει στο «μυαλωμένο» συμπέρασμα ότι κόντρα στο θέλημα «των αγορών» δεν μπορεί να γίνει τίποτα και ότι όχι μόνο η ανεύθυνη αντιπολίτευση, αλλά και η τόσο υπεύθυνη κυβέρνηση οφείλουν να συνετισθούν και να υποκλιθούν σ’ αυτές, μη αμφισβητώντας το καθεστώς που έχει επιβληθεί με τα μνημόνια στον αιώνα τον άπαντα.

Τι «ταράζει» τις αγορές;

Θα αποτολμήσουμε μια διαφορετική ανάγνωση. Θα θυμίσουμε ότι η προφανής διαφορά που υποτίθεται ότι προκαλεί την αναταραχή στις «αγορές», είναι ένα κενό μερικών δισ. ευρώ, δύο δεκάδων περίπου, για τα δύο ή τρία επόμενα χρόνια. Τα οποία η κυβέρνηση Σαμαρά δεν διανοήθηκε να ζητήσει να της τα χαρίσουν, απλώς είπε ότι μπορεί να τα καλύψει δανειζόμενη.
Θα θυμίσουμε, επίσης, ότι αυτά τα ποσά, που δεν είναι δα και θηριώδη μπροστά σ’ αυτά που έχει φορτωθεί η χώρα ως «βοήθεια» αν λείψουν από την ελληνική κυβέρνηση, η έλλειψή τους δεν απειλεί κάποια funds, αφορά θεσμικούς φορείς της ευρωζώνης.
Μια τέτοια διαφορά, αυτών των διαστάσεων και αυτού του χαρακτήρα, δεν φαίνεται ικανή να προκαλέσει τέτοια ανησυχία και ταραχή στις «αγορές» αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Και για δύο λόγους ακόμη: Πρώτον, επειδή αυτά τα «ανεύθυνα» που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ τα λέει εδώ και χρόνια και το ότι μπορεί να τα κάνει πράξη έγινε κατανοητό ήδη από τον Ιούνιο του 2012. Δεύτερον, επειδή κανείς δεν τολμά να πιστέψει ότι η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, η πιστότερη στις μνημονιακές υποχρεώσεις κυβέρνηση, μπορεί να σκεφτεί να αθετήσει τις δεσμεύσεις της.
Το μήνυμα, λοιπόν, που στέλνουν με όλα αυτά όχι οι αγορές, αλλά οι πολιτικοί εκπρόσωποι της υποταγής στις απαιτήσεις τους, δεν είναι μήνυμα αβεβαιότητας για την αξιοπιστία της Ελλάδας, αλλά ανησυχίας για την πιθανότητα να ξηλωθεί κάτω από την πίεση της λαϊκής απαίτησης το ασφυκτικό κατασκεύασμα της διαρκούς λιτότητας.

Αστάθεια έχουν οι «αγορές»

Να εξηγήσουμε γιατί το λέμε αυτό. Αυτό που επιμελώς μένει έξω ουσιαστικά από το λογαριασμό στις αναλύσεις των τελευταίων ημερών, είναι το γεγονός ότι ταραχή δεν σημειώθηκε μόνο στο χρηματιστήριο της Αθήνας. Μικρότερη, αλλά πολύ σημαντική, σημειώθηκε σε όλα τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, και στη Γουόλ Στριτ (Λονδίνο -2,83%, Παρίσι -3,63%, Φρανκφούρτη -,87%...).
Ο λόγος είναι γνωστός τοις πάσι. Προαναγγέλλεται σοβαρότατη υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας παγκοσμίως. Πλήγματα δέχεται ακόμη και η Γερμανία, που είναι έτοιμη να βυθιστεί στην ύφεση. Όσοι καθορίζουν την ευρωπαϊκή πολιτική, επιμένουν να μην αντιδρούν με τον τρόπο που υποδεικνύουν όχι οι κομμουνιστές, αλλά ένα βραβείο Νόμπελ οικονομίας: «Η αντίδραση των κυβερνώντων σε μια κρίση υπερβολικού χρέους ήταν να αναγκάσουν τους δανειολήπτες να πληρώσουν εξ ολοκλήρου τα χρέη τους. Η πολιτική αυτή είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Οι προσπάθειες των δανειοληπτών να αποπληρώσουν τα χρέη τους υπονομεύονται έτσι από την υποτονική ανάπτυξη και τον αποπληθωρισμό» [πόσο μάλλον από την επικείμενη ύφεση…] (Π. Κρούγκμαν, «Νιου Γιορκ Τάιμς»).
Αυτά είναι που κυρίως ανησυχούν τις «αγορές». Αυτή η ανησυχία και αυτή η αιτία της είναι που αντανακλάται και στην περίπτωση της Ελλάδας: γίνεται καθημερινά και πιο αβέβαιο ότι θα μπορέσει το ελληνικό δημόσιο να αποπληρώσει, με όση επιμήκυνση κι αν του δοθεί, αυτό το τεράστιο χρέος, ιδίως μέσα σ’ ένα παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τη γενίκευση της ύφεσης.

Η σωτήρια αντίδραση

Αν, όμως, δεχτείς αυτή την ανάγνωση ως πιο κοντινή στην πραγματικότητα, τότε αυτό που οφείλεις να απαιτήσεις από την κυβέρνηση και από την αντιπολίτευση, είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, η περίοδος χάριτος και η ρήτρα ανάπτυξης. Όχι ως επαναστατικά μέτρα, αλλά ως μέτρα απόδρασης από την αρπάγη της λιτότητας, της ύφεσης, της ανεργίας –σε ευρωπαϊκό επιπεδο. Καμία πολιτική δεν αλλάζει χωρίς την πίεση της λαϊκής απαίτησης.
Αυτό που δεν θέλουν να συνειδητοποιήσουν η κυβερνώσα πολιτική τάξη και τα στηρίγματά της, φαίνεται ότι αρχίζει να το συνειδητοποιεί η πλειονότητα των πολιτών. Στην πρόσφατη δημοσκόπηση της GPO:
• το 52% θεωρεί ότι δεν υπάρχει πια κίνδυνος εξόδου από το ευρώ, δηλαδή αρχίζει να απαλλάσσεται από το φόβο
• το 54% πιστεύει ότι οι δανειστές μπορούν να διαγράψουν το μεγαλύτερο μέρος του χρέους, δηλαδή καταλαβαίνουν ότι η διαγραφή είναι λύση, όχι ουτοπία
• το 79% πιστεύει ότι δεν πρέπει να υπογραφεί νέο μνημόνιο
• το 49% ζητάει οι διαπραγματεύσεις για το χρέος να γίνουν από τη νέα κυβέρνηση που θα προκύψει από εκλογές, δηλαδή αντιλαμβάνεται το ζήτημα ως πολιτικό και όχι τεχνικό.
Όλα αυτά δηλούν ότι, μετά το πρώτο κύμα ριζοσπαστικοποίησης, που προήλθε από την αγανάκτηση λόγω της ασφυκτικής πίεσης από τη μνημονιακή πολιτική, εκτινάσσοντας τον ΣΥΡΙΖΑ στο 27%, βρίσκεται υπό διαμόρφωση ένα νέο κύμα, που στηρίζεται στη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει εναλλακτική πολιτική, η οποία μπορεί να διεκδικηθεί από τώρα, και μπορεί να εφαρμοστεί σε αντικατάσταση της μνημονιακής.
Αυτό το νέο ρεύμα μπορεί να ανακοπεί μόνο από την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να το αντιληφθεί και να το εκφράσει πολιτικά με επάρκεια. Έχει σημαντικά μεγαλύτερο βάθος από τις άμεσες, τις τρέχουσες πολιτικές στοχεύσεις του. Είναι ένα κοίτασμα που περιμένει να αξιοποιηθεί.

Χ. Γεωργούλας
(Από την εφημερίδα "Εποχή")