Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Γράφει ο Κώστας Διάκος
Έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης, λογοδοσίας και ενημέρωσης όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις και το περιεχόμενο της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου ΗΠΑ-ΕΕ. Ανάγκη άμεσης διακοπής των συνομιλιών και ενημέρωσης του ελληνικού και των άλλων Κοινοβουλίων της ΕΕ

Η Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ (TTIP) ακολουθεί το ναυάγιο των πολυετών διαπραγματεύσεων στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου για την «απελευθέρωση» του διεθνούς εμπορίου, αλλά και την καταψήφιση της Εμπορικής Συμφωνίας κατά της Παραποίησης (ACTA) από το Ευρωκοινοβούλιο το 2012 ύστερα από παγκόσμια κατακραυγή.

Εξαγγελθείς στόχος της TTIP -που θα είναι η μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία που έχει υπογραφεί, καθώς αφορά 800 εκατ. ανθρώπους και καλύπτει πάνω από το 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ- είναι η αύξηση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης και η μείωση της ανεργίας. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από καμία ανεξάρτητη μελέτη.

Το Αυστριακό Ίδρυμα Ερευνών για τη Διεθνή Ανάπτυξη (Österreichische Forschungsstiftung für Internationale Entwicklung) ανέλυσε διεξοδικά 4 μελέτες που προβλέπουν ότι η TTIP θα έχει θετικό οικονομικό αντίκτυπο και διαπίστωσε ότι η προβλεπόμενη αύξηση του ΑΕΠ και των πραγματικών μισθών κυμαίνεται από 0,3% μέχρι 1,3%, ενώ η ανεργία αναμένεται να παραμείνει σταθερή ή, στην καλύτερη περίπτωση, να μειωθεί κατά 0,42%. Όμως αυτά τα οφέλη αναμένεται να σωρευθούν στη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου 10 με 20 χρόνων, δηλαδή οι ετήσιες μεταβολές είναι απειροελάχιστες.

Σημειώνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε ενεργό συμμετοχή στις διαβουλεύσεις για τη συμφωνία TTIP, ακόμα και πριν από την ανάληψη της Προεδρίας της ΕΕ τον Ιανουάριο του 2014.

Αξιωματούχοι και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού παραδέχονται ότι κύριος στόχος της Συμφωνίας δεν είναι η μείωση των εμπορικών φραγμών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, που είναι ούτως ή άλλως εξαιρετικά χαμηλοί, αλλά η απάλειψη των λεγόμενων ρυθμιστικών φραγμών: αυτοί δεν είναι άλλοι από τους κανόνες και τις ρυθμίσεις που διέπουν την προστασία του περιβάλλοντος, τα εργασιακά δικαιώματα, τη διατροφική ασφάλεια, τα μεταλλαγμένα, τη χρήση τοξικών χημικών, την προστασία προσωπικών δεδομένων, τον χρηματοπιστωτικό τομέα κ.ά.

Στην ουσία πρόκειται για ένα σαρωτικό πρόγραμμα απορύθμισης των κανόνων εργατικής, κοινωνικής, περιβαλλοντικής και καταναλωτικής προστασίας που περιορίζουν τη δυνητική κερδοφορία των πολυεθνικών στις αγορές των ΗΠΑ και της ΕΕ.

Η υπογραφή της Συμφωνίας θα επιτρέψει στις αμερικανικές πολυεθνικές να ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα στο σύνολο των χωρών της ΕΕ με βάση τις αντίστοιχες προδιαγραφές της νομοθεσίας των ΗΠΑ, που αρνούνται να κυρώσουν τις διεθνείς συμβάσεις εργασίας για θεμελιώδη δικαιώματα όπως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι.

Θα σημάνει επίσης την κατάργηση της Αρχής της Προφύλαξης, που συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της έως τώρα πολιτικής της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών και του περιβάλλοντος, ενώ καταστρατηγεί και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, που αναγνωρίζεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία ως θεμέλιο της ιδιωτικής ζωής. Για τον λόγο αυτόν η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει ήδη εκφράσει την αντίθεσή της.

Μέσω της TTIP επιδιώκεται και η περαιτέρω απορύθμιση των χρηματαγορών, παρά την πανθομολογούμενη (και από τους ηγέτες των ισχυρών κρατών της Δύσης) διαπίστωση ότι αυτή προκάλεσε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Επιπλέον επιχειρείται αυστηροποίηση και επέκταση της νομοθεσίας πνευματικών δικαιωμάτων επ’ ωφελεία των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών, κάτι που θα οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των συνταγογραφούμενων φαρμάκων και αντίστοιχη επιβάρυνση των προϋπολογισμών υγείας.

Πέρα από την ουσιαστική αναίρεση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου, η Συμφωνία διεισδύει και στον θεσμικό πυρήνα της ΕΕ, θεσμοθετώντας τη νομική ισοτιμία εταιρειών και κυβερνήσεων. Μέσω του λεγόμενου μηχανισμού για τον «Διακανονισμό Διαφορών μεταξύ Επενδυτή και Κράτους» (Investor-State Dispute Settlement - ISDS) δίνεται το δικαίωμα σε εταιρείες να ενάγουν εκλεγμένες κυβερνήσεις για διαφυγόντα κέρδη.

Ειδικά για την Ελλάδα, που ταλανίζεται από βαθιά και μακροχρόνια ύφεση, ο μηχανισμός ISDS είναι βέβαιο ότι θα αποβεί καταστροφικός, ανεξάρτητα μάλιστα από τη στρατηγική που θα ακολουθηθεί για την έξοδο από την οικονομική κρίση.

Η Συμφωνία επιβάλλει και μια δεύτερη σημαντική θεσμική ανατροπή μέσω της σύστασης του λεγόμενου Συμβουλίου Ρυθμιστικής Συνεργασίας, το οποίο όχι μόνο θα επιβλέπει την υλοποίηση των δεσμεύσεων απορύθμισης, αλλά θα εξουσιοδοτεί τις εταιρείες να εντοπίζουν περαιτέρω κανονισμούς προς κατάργηση, ακόμα και μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, από την υπογραφή της Συμφωνίας και έπειτα, το Συμβούλιο αυτό θα ενημερώνεται εκ των προτέρων για κάθε προτεινόμενο νέο κανονισμό, τον οποίο θα έχει το δικαίωμα να απορρίψει κατά την κρίση του, καθιστώντας έτσι τη Συμφωνία «ζώσα και διαρκή».

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εν λόγω συμφωνία, ιδίως εν όψει της αναβάθμισης του ρόλου των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών και της εν γένει εκχώρησης εξουσιών σε εξωθεσμικούς παράγοντες, δεν συνιστά απλώς μια ακόμη νεοφιλελεύθερη στροφή στην πορεία της ΕΕ, αλλά ένα σαφές άλμα προς τη θεσμοθέτηση μιας στυγνής εταιρειοκρατίας, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται για τη δημοκρατία και την ευημερία στην Ευρώπη.

Αλγεινή εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στις συνομιλίες δεν συμμετέχουν εκλεγμένοι αξιωματούχοι, συμμετέχουν όμως στελέχη πολυεθνικών εταιρειών. Σύμφωνα μάλιστα με επίσημα στοιχεία -που αποκαλύφθηκαν ύστερα από υποβολή αιτήματος για γνωστοποίηση εγγράφων εκ μέρους του Corporate Europe Observatory- το 93% (119 τον αριθμό) των συναντήσεων της Επιτροπής στο στάδιο της προετοιμασίας των διαπραγματεύσεων ήταν με εκπροσώπους πολυεθνικών εταιρειών των ΗΠΑ και της ΕΕ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τη στιγμή που θα υπογραφεί η Συμφωνία δεν υπάρχει κανένα περιθώριο τροποποίησής της, καθώς για κάτι τέτοιο απαιτείται συμφωνία όλων των κρατών που θα την έχουν εγκρίνει, συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ - πράγμα πρακτικά αδύνατο.

Οι διαρροές για το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων έχουν ξεσηκώσει κύμα πανευρωπαϊκής κατακραυγής από πολίτες, φορείς, καθώς και από όλο το φάσμα των ευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων.

Η Ευρωπαϊκή Αριστερά, επιδιώκοντας σχέσεις ισότιμης συνεργασίας με όλους τους λαούς και με κάθε χώρα, σε μια προοπτική που θα αναβαθμίζει την ποιότητα ζωής και τα εργασιακά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα -και όχι το αντίθετο- απαιτεί διακοπή τώρα των διαπραγματεύσεων.

Όσον αφορά τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους προωθείται η Συμφωνία, αναλυτές επισημαίνουν ότι εκτός από την οικονομική της διάσταση, που εξασφαλίζει την αύξηση της κερδοφορίας των πολυεθνικών ΕΕ και ΗΠΑ σε βάρος του βιοτικού επιπέδου των λαών τους, η TTIP στοχεύει να θέσει τις βάσεις για ένα παγκόσμιο πρότυπο του επιχειρείν στο πλαίσιο του εντεινόμενου οικονομικού ανταγωνισμού με τις αναδυόμενες δυνάμεις των BRICS -εν όψει και επερχόμενων συμφωνιών όπως η Trans-Pacific Partnership- καθώς και των υπολοίπων εμπορικών και οικονομικών ολοκληρώσεων που αναπτύσσονται όπως η Mercosur και η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση.

Συμπερασματικά, η καθημερινή μας επιβιώση εμπορικοποιείται.