Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

 
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΑΘΑΚΗ


Πρώτο στοιχείο στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για όλων των ειδών τα «κόκκινα» δάνεια είναι ότι όλες οι ρυθμίσεις, και κυρίως εκείνες που θα προβλέπουν και διαγραφή χρεών, θα γίνονται με αυστηρά κοινωνικά κριτήρια

Το συνολικό ύψος των επιχειρηματικών δανείων και των δανείων που έχουν λάβει νοικοκυριά (στεγαστικά και καταναλωτικά) είναι πάνω από 70 δισ. τα επιχειρηματικά, πάνω από 60 δισ. τα στεγαστικά και 15 δισ. τα καταναλωτικά. "Κόκκινα" είναι κάτι λιγότερο από το 30% αυτού του συνόλου. Τα "κόκκινα" δάνεια συγκροτούν την "παγίδα του ιδιωτικού χρέους" που δεσμεύει την πραγματική οικονομία. Επιχειρήσεις και πολίτες δεν μπορούν να αποπληρώσουν δάνεια που έλαβαν από τις τράπεζες στο παρελθόν, όταν οι τράπεζες εκτιμούσαν με βάση τα προ κρίσης εισοδηματικά και επιχειρηματικά δεδομένα. Η κρίση έβαλε την οικονομία σε έναν κύκλο ύφεσης και αναδιάρθρωσης: Μη αποπληρωμή δανείων, υπονόμευση της οικονομικής κατάστασης των τραπεζών, παύση δανειοδοτήσεων και ανακεφαλαιοποίηση με δημόσιο χρήμα για να στηριχθεί το τραπεζικό σύστημα, αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος.

Ο τρόπος και η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών αποδείχτηκε στην πράξη ότι δεν μπόρεσε να αποκαταστήσει τη ρευστότητα προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Η πραγματική οικονομία δεν μπορεί να βγει από την κρίση αν δεν αντιμετωπιστεί το ζήτημα της υπερχρέωσης.

Για να αντιμετωπιστεί το ιδιωτικό χρέος, είναι απαραίτητο, όπως άλλωστε και για το δημόσιο χρέος, να αναδιαρθρωθεί, δηλαδή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να «κουρευτεί». Τα πολιτικά ερωτήματα που θέτει αυτή η διαδικασία είναι σημαντικά. Πρώτο ερώτημα είναι ποιων επιχειρήσεων και ποιων πολιτών το χρέος πρέπει να αναδιαρθρωθεί και ποιων όχι. Δεύτερο ερώτημα είναι ποιος φορέας θα αποφασίζει και με ποια κριτήρια.

Το θέμα περικλείει και ένα μείζον "ηθικό ζήτημα". Ένα στεγαστικό δάνειο αφορά ένα ακίνητο που προ της κρίσης άξιζε 100 ευρώ και σήμερα αξίζει 70. Τα 30 ευρώ κατά την αποπληρωμή του δανείου, τη ζημιά τελικά, μπορεί να τα πληρώσει ο δανειολήπτης, η τράπεζα ή και το κράτος. Πρακτικά, ο επιμερισμός αυτής της ζημιάς είναι το θέμα που αφορά την αναδιάρθρωση των δανείων.

Η κυβέρνηση με την τροπολογία που εισήγαγε για τα «κόκκινα» δάνεια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έδωσε την αναμενόμενη απάντηση στα ζητήματα αυτά. Από την απάντηση στο ερώτημα ποια δάνεια θα ρυθμιστούν απουσιάζει παντελώς οποιουδήποτε είδους κοινωνικό κριτήριο. Η κοινωνική συνοχή, η ανακούφιση της κοινωνίας από την ανθρωπιστική κρίση που έχει προκαλέσει η κρίση και κυρίως ο τρόπος αντιμετώπισής της είναι θέματα τα οποία δεν αφορούν την κυβέρνηση.

Σχετικά με το ποιος φορέας θα αποφασίζει και με ποια κριτήρια, η απάντηση είναι ενδεικτική του στρατηγικού προσανατολισμού της κυβέρνησης. Την απόφαση για τη ρύθμιση των δανείων σύμφωνα με την τροπολογία που οδεύει προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο την παίρνουν αποκλειστικά οι τράπεζες. Τα κριτήρια για την απόφαση δεν καθορίζονται καθόλου στην τροπολογία, δηλαδή η κάθε τράπεζα θα αποφασίζει με βάση μια λίστα κριτηρίων και εργαλείων ποια θα χρησιμοποιεί κατά περίπτωση διατηρώντας απολύτως τον αποφασιστικό ρόλο.

Ένα επιπλέον εντυπωσιακό στοιχείο της τροπολογίας είναι η ρύθμιση των χρεών προς δημόσιους οργανισμούς δανειοληπτών για τους οποίους οι τράπεζες αποφασίζουν ότι αξίζει να ρυθμιστούν τα χρέη τους. Με τη ρύθμιση αυτή οι τράπεζες επεμβαίνουν έμμεσα και στην δημοσιονομική πολιτική του κράτους.

Έως τώρα υπήρχε μόνο ο νόμος Κατσέλη που αντιμετώπιζε το ζήτημα των "κόκκινων" στεγαστικών δανείων. Οι τράπεζες επέλεξαν να αντιμετωπίσουν αυτόν το νόμο ωθώντας τη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων στα δικαστήρια. Συνεπώς, η συμπεριφορά τους δεν δείχνει ότι ο τρόπος που θα χειριστούν και τα δάνεια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων θα έχει κάτι άλλο ως στόχο πέρα από το δικό τους συμφέρον.

Είναι προφανές από την τροπολογία αυτή ότι στην αντίληψη της κυβέρνησης οι τράπεζες αποτελούν πλέον τον ηγέτη της οικονομίας, και ότι οι επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας, θα πρέπει να έχουν μια σχέση εξάρτησης από τις τράπεζες. Η εξάρτηση αυτή θα δημιουργήσει νέα φαινόμενα διαφθοράς. Επίσης, με αυτή τη διαδικασία οι τράπεζες θα αποφασίζουν για την αναδιάρθρωση ολόκληρων κλάδων της οικονομίας, έμμεσα δηλαδή για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Η κυβέρνηση τελικά με την τροπολογία αυτή που δίνει τόσο μεγάλη δύναμη στις τράπεζες δεν λύνει, αλλά στην ουσία παρατείνει το πρόβλημα των "κόκκινων" δανείων.

Το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της τροπολογίας. Ήδη στη ΔΕΘ ο Αλέξης Τσίπρας εξήγγειλε το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για τα «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Πρώτο στοιχείο στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για όλων των ειδών τα «κόκκινα» δάνεια είναι ότι όλες οι ρυθμίσεις και κυρίως εκείνες που θα προβλέπουν και διαγραφή χρεών θα γίνονται με αυστηρά κοινωνικά κριτήρια ώστε να ωφεληθούν εκείνοι που πραγματικά έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη ή για τους οποίους δεν υπάρχει άλλη λύση. Δεύτερον, θα δημιουργηθεί ένα συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο το οποίο θα είναι υπέρ των συμφερόντων των δανειοληπτών, και το οποίο οι τράπεζες θα είναι υποχρεωμένες να εφαρμόσουν. Το κανονιστικό πλαίσιο θα μπορούσε να εφαρμοστεί και από έναν ανεξάρτητο ενδιάμεσο φορέα, ο οποίος θα κληθεί να διαχειριστεί τα «κόκκινα» δάνεια στο σύνολό τους.

Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ καθιστά σαφές προς όλες τις κατευθύνσεις ότι για το μείζον πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων πρέπει να χρησιμοποιηθούν πόροι από τα 11,5 δισ. που διαθέτει το ΤΧΣ. Σύμφωνα με τη δέσμη μέτρων που ανακοινώσαμε στη ΔΕΘ, ένα ποσό της τάξης των 2 δισ. θα χρειαστεί για την εκκίνηση αυτής της διαδικασίας. Η θέση της κυβέρνησης, αντίθετα είναι ότι πρέπει τα χρήματα του ΤΧΣ να επιστρέψουν στον ESM και να χρησιμοποιηθούν για ένα νέο δάνειο που θα συνοδεύεται από ένα νέο Μνημόνιο, το οποίο για επικοινωνιακούς λόγους η κυβέρνηση προς το παρόν ονομάζει «πιστοληπτική γραμμή». Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα συμφωνήσει σε αυτήν την κατεύθυνση η οποία επικυρώνει το ότι οι τράπεζες μετατρέπονται σε σχεδιαστή της ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας, προφανώς προς μια κατεύθυνση εμβάθυνσης των μνημονιακών πολιτικών.